Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τσαρτελίζω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌αρτελίζω
Προφορά: τσαρτελίζω
λάμπω
1) διακρίνεται το φως 2) πετώ σπίθες
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Τσακράκ
Παράδειγμα:
Ατόσον κ’ έμορφα έπαιζαν τα κορίτζ̌α̤ κ’ ετσ̌αρτέλιζεν το καράβ’.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
τσαρτιλίζω
τσαρτουλίζω
τσιαρτιλίζω
Παρατηρήσεις - Σχόλια