Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λιασχέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λα̤σ̌έα Προφορά: λεασέα
  1. η δυσωδία πτώματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια