Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κατασυρμονή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κατασυρμονή Προφορά: κατασυρμονή
  1. κατηγορία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Αναθυμεθή και μή κατασυρμονή. (φράση, πρέπει να θυμούμεθα τους νεκρούς όχι όμως να τους κατακρίνουμε)

  2. κατηγορία, κακολογία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια