τεντέλτς (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τεντέλτς
Προφορά: τεντέλτς
-
εκείνος του οποίου τρέμει το σώμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
ο ρακένδυτος που ξεπαγιάζει από το κρύο
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου