τενεσούρ (οι) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τενεσούρ'
Προφορά: τενεσούρ
-
αρνησίθρησκοι μουσουλμάνοι που αρνήθηκαν τη θρησκεία τους, εξωμότες και δέχτηκαν τον Χριστιανισμό (χαρακτηρισμός των κρωμιωτών του Πόντου). Στην πραγματικότητα επρόκειτο για Κρυπτοχριστιανούς που ζητούσαν αναγνώριση μετά τη Χάττι- Χουμαγιούν (=Λαμπρή Γραφή) 1856, δηλαδή το διάταγμα της ανεξιθρησκείας στην οθωμανική αυτοκρατορία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης