Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τενεσούρ (οι) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τενεσούρ' Προφορά: τενεσούρ
  1. αρνησίθρησκοι μουσουλμάνοι που αρνήθηκαν τη θρησκεία τους, εξωμότες και δέχτηκαν τον Χριστιανισμό (χαρακτηρισμός των κρωμιωτών του Πόντου). Στην πραγματικότητα επρόκειτο για Κρυπτοχριστιανούς που ζητούσαν αναγνώριση μετά τη Χάττι- Χουμαγιούν (=Λαμπρή Γραφή) 1856, δηλαδή το διάταγμα της ανεξιθρησκείας στην οθωμανική αυτοκρατορία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλιο:
    Ρούμ Rum= Ρωμιοί

Παρατηρήσεις - Σχόλια