Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τενεκετζής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τενεκετζ̌ής Προφορά: τενεκετζής
  1. αυτός που κατασκευάζει δοχεία από λευκοσίδηρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη tenekeci

Παρατηρήσεις - Σχόλια