Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τελειώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τελειώνω Προφορά: τελειώνω
  1. τελειώνω, αποπερατώνω, πεθαίνω, αποσώνω, εξαντλώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα τελώ= συμπληρώνω

    Παθητική φωνή:
    τελείμαι και τελειούμαι= τελειώνομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια