προσκύνημα (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: προσ̌κύνημα
Προφορά: προσκύνημα
-
1) χαιρετισμός με επιστολή ή προφορικός που στέλνεται σε πρόσωπο που βρίσκεται αλλού
2) προσκύνηση εικόνας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης