Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

προσκύνημα (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: προσ̌κύνημα Προφορά: προσκύνημα
  1. 1) χαιρετισμός με επιστολή ή προφορικός που στέλνεται σε πρόσωπο που βρίσκεται αλλού 2) προσκύνηση εικόνας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη προσκύνημα= λατρεία

Παρατηρήσεις - Σχόλια