Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

προσγενέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: προσγενέα Προφορά: προσγενέα
  1. συγγενολόι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά προς+γενεά

Παρατηρήσεις - Σχόλια