Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορνάκ (το) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ορνά̤κ' Προφορά: ορνεάκ
  1. εξευτελισμένος, καταγέλαστη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ενόϊσαν τον κλεψίον ατ’ς κ’ εγέντον ορνά̤κ’.

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    ορνα̤κλούχ' (εξευτελισμός)

Παρατηρήσεις - Σχόλια