Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συνοριάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: συνορά̤ζω Προφορά: συνορεάζω
  1. έχω κοινό με άλλον σύνορο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια