Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
συνοδικόν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: συνοδικόν
Προφορά: συνοδικόν
1) δωμάτιο μοναστηριού όπου γίνονται οι σύνοδοι των μοναχών 2) αίθουσα υποδοχής μοναστηριού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια