Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

συνεργία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: συνεργία Προφορά: συνεργία
  1. ενέργεια, συνεργασία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό συνεργία = συνεργασία

Παρατηρήσεις - Σχόλια