Παραδείγματα: 1) Γυναίκα, μη τσ̌ιουλών'τς και κουκρών'τς. (κατσουφιάζω, Χρήση από: Π. Υψηλάντη) 2) Κουκρών ο καιρόν. (συννεφιάζω)
Παράγωγο: κούκρωμαν