Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
προκόφτω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: προκόφτω
Προφορά: προκόφτω
προοδεύω σε ήθος, γνώσεις, επιχειρήσεις
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από το αρχαίο ελληνικό ρήμα προκόπτω= αυξάνομαι
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια