Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

προκόφτω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: προκόφτω Προφορά: προκόφτω
  1. προοδεύω σε ήθος, γνώσεις, επιχειρήσεις Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα προκόπτω= αυξάνομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια