Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

προγονός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: προγονός Προφορά: προγονός
  1. πρόγονος το παιδί από την πρώτη σύζυγο ή τον πρώτο άνδρα σχετικά με την μητριά ή τον πατριό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη πρόγονος

Παρατηρήσεις - Σχόλια