κουκουράς (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κουκουράς
Προφορά: κουκουράς
-
το φόβητρο των παιδιών. Ένα μεγάλο κρεμμύδι με 7 φτερά στα πλευρά του και κρεμασμένο με σπάγγο από το ταβάνι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
φόβητρο από κρεμμύδι και εφτά φτερά που ήταν μπηγμένα γύρω απ΄αυτό, κρεμασμένο πάνω από την οροφή του δωματίου, το οποίο κινούσαν και φόβιζαν τα μικρά παιδιά την σαρακοστή, κάθε φορά που τα παιδιά ζητούσαν να την σταματήσουν λόγω της διάρκειάς της
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης