Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αλάσκιος (ο)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: αλάσ̌κιος
Προφορά: αλάσκιος
αυτός που δεν έκανε περίπατο, που δεν πήγε βόλτα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
αλάσκιτος (ο)
αλάσκιγος (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια