Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μαυρομάτ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. μαυρομάτ' , 2. μαυρομμάτ'
Προφορά: μαυρομάτ
το στρογγυλό πλουμιστό φασόλι, μαυρομάτικο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
από τα συνθετικά μαύρον + ομμάτ'
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια