Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πουρπουλάντζ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πουρπουλάντζ' Προφορά: πουρπουλάντζ
  1. βερβελιά κόπρος αιγοπροβάτων, ποντικού, λαγού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. η κοπριά του προβάτου και της κατσίκας που είναι σαν τα κουκούτσια της ελιάς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    1) Εγόρασεν έναν οκάν ελαίας ψιλά άμον πουρπουλάντζα̤.
    2) Εγέντον πουρπουλάντς, εταράεν και σ’ ελαίας.

Παρατηρήσεις - Σχόλια