πουρπουλάντζ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πουρπουλάντζ'
Προφορά: πουρπουλάντζ
-
βερβελιά
κόπρος αιγοπροβάτων, ποντικού, λαγού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
η κοπριά του προβάτου και της κατσίκας που είναι σαν τα κουκούτσια της ελιάς
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)