Ερμηνεία: χείλος του ρυακιού
Παράδειγμα: Τ’ ορμία και τ’ ορμόχͮειλα στούδα̤ εγομώθαν.
Ενικός: ορμόχͮειλον Πληθυντικός: ορμόχͮειλα