Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορμόχειλον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ορμόχͮειλον Προφορά: ορμόσειλον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    χείλος του ρυακιού

    Παράδειγμα:
    Τ’ ορμία και τ’ ορμόχͮειλα στούδα̤ εγομώθαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια