Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τέκνον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τέκνον Προφορά: τέκνον
  1. παιδί, τέκνο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    Από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό τέκνον

Παρατηρήσεις - Σχόλια