Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πουλλίτζα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πουλλίτζα Προφορά: πουλλίτζα
  1. κορούλα 1) αγριόχορτο φαγώσιμο 2) μικρό πουλάκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλιο:
    υποκοριστικό του πουλλίν

Παρατηρήσεις - Σχόλια