Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πλατύφυλλος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: πλατύφυλλος Προφορά: πλατύφυλλος
  1. αυτός που έχει πλατιά φύλλα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια