μαυροζώμ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μαυροζώμ'
Προφορά: μαυροζώμ
-
1) μαύρος ζωμός
2) μεταφορικά καφές
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
καφές
μαύρος χυμός (οπός)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης