Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγρούστ (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αγρούστ' Προφορά: αγρούστ
  1. 1) άγουρος καρπός 2) για πρόσωπο: άσχημος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    αγρούστ (ιν)

  2. κρυόκωλος 1) άγουρο φρούτο ή λαχανικό 2) ψυχρός άνθρωπος Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου
  3. αγροίκος, άξεστος, χωριάτης Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αττικόν αγρώστης με την ίδια έννοια (αγρώστης όχλος - Σοφοκλή «Αποσπάσματα» 9)

    Παράδειγμα:
    Μ' είσαι άμον αγρούστ', έλα ας ελέπουμέ σε!

    Γένος:
    ουδέτερο

    Πτώσεις:
    ονομαστική ο αγρούστ'
    γενική τοι αγρουστί
    αιτιατική τ' αγρούστ'

Παρατηρήσεις - Σχόλια