αγρούστ (ιν)
Προέλευση:
από το αττικόν αγρώστης με την ίδια έννοια (αγρώστης όχλος - Σοφοκλή «Αποσπάσματα» 9)
Παράδειγμα:
Μ' είσαι άμον αγρούστ', έλα ας ελέπουμέ σε!
Γένος:
ουδέτερο
Πτώσεις:
ονομαστική ο αγρούστ'
γενική τοι αγρουστί
αιτιατική τ' αγρούστ'