Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μαυροζώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μαυροζώ Προφορά: μαυροζώ
  1. ζώ μαύρη, δύστυχη ζωή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Κλαίγ’νε τ’ ανθρώπ’ς π’ εμαυροζήναν.

  2. ζω με βάσανα και οικονομικές στερήσεις Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια