Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πιφάνεση [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πιφάνεση Προφορά: πιφάνεση
  1. ο ξαφνικά παρουσιαζόμενος (για θεούς), η εμφάνιση προσώπου στο όνειρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη επιφάνισις - επιφανής

Παρατηρήσεις - Σχόλια