Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τουλουσούμ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τουλουσούμ’
Προφορά: τουλουσούμ
Μαγικό μέσο που κάνει τον άνθρωπο αθάνατο, άτρωτο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Κιουβανεύκεται ας σο τουλουσούμ ντο ηύρε.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
τουλουσούμ (το)
τιλισούμ (το)
τιλισίν (το)
τιλισίμ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια