Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πιλιτσόπον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πιλιτσόπον Προφορά: πιλιτσόπον
  1. υποκοριστικό του πιλίτσ' Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια