Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ρόκες (οι, τα)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ρόκες
Προφορά: ρόκες
παξιμάδια πολλά συγκολλημένα, τα ξύλα του υφαντικού ιστού από τα οποία εξαρτώνται τα πατήκια, οι πατήθρες
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια