καντήλα, φούσκατο κόμμι της κοκκυμελιάςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
1) ένα μακρύ ξύλο που κρεμόταν από το ταβάνι και πάνω σ΄ αυτό ήταν ένα άλλο ξύλο καρφωμένο σε γωνία όπου κρεμούσαν διάφορα πράγματα 2) μεταφορικά στον πληθυντικό τα λίγα γράμματαΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης