Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πιλάφ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πιλάφ' Προφορά: πιλάφ
  1. πιλάφι φαγητό από πλιγούρι ή ρύζι αρτυσμένο με βούτυρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη pilav

    πιλάφ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια