Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ρεφενέ (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ρεφενέ Προφορά: ρεφενέ
  1. η χρηματική συνεισφορά αυτών που πρόκειται να συμμετάσχουν σε κοινό τραπέζι, γλέντι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    τουρκ. refene

Παρατηρήσεις - Σχόλια