Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ρετσέτα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ρετσέτα Προφορά: ρετσέτα
  1. συνταγή ιατρική για παροχή φαρμάκων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    ιταλ. ricotta

Παρατηρήσεις - Σχόλια