Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαυρίνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μαυρύνω Προφορά: μαυρίνω
  1. ντροπιάζομαι μαυρίζω στο χρώμα μου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Ασόν ήλεν εμαύρυξεν. (μαυρίζω το χρώμα μου)
    2) Να μαυρύν’ ο πρόσωπο σ'! (ντροπιάζομαι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια