παθ. ρεζιλαεύκουμαι=ντροπιάζομαι
Ενεστώτας: ρεζιλα̤εύω Παρατατικός: ερεζιλά̤ευα Μέλλοντας: θα ρεζιλα̤εύω Αόριστος: ερεζιλά̤εψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.