Αρσενικό: Ενικός: ρακοποτισμένος Πληθυντικός: ρακοποτισμένοι / ρακοποτισμέν'
Θηλυκό: Ενικός: ρακοποτιυσμένισα / ρακοποτισμέν'σα / ρακοποτισμέντσα Πληθυντικός: ρακοποτισμένοι / ρακοποτισμέν'
Ουδέτερο: Ενικός: ρακοποτισμένον Πληθυντικός: ρακοποτισμένα
[Επίρρημα: ρακοποτισμένα]
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.