Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

περισανλούκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: περισ̌ανλούκ' Προφορά: περισανλούκ
  1. δυστυχία, ταλαιπωρία, αθλιότητα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη perisanlik

Παρατηρήσεις - Σχόλια