-
καημένη, άτυχη, δυστυχισμένη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
ταλαίπωρη, κακότυχη, κακομοίρα, μαυρέσα
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
-
καημένη, δυστυχισμένη, άτυχη
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης