Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μάρσα (η) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μάρσα Προφορά: μάρσα
  1. καημένη, άτυχη, δυστυχισμένη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. ταλαίπωρη, κακότυχη, κακομοίρα, μαυρέσα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  3. καημένη, δυστυχισμένη, άτυχη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια