Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
λατάρισμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: λατάρισμαν
Προφορά: λατάρισμαν
ελαφριά κίνηση χωρίς μετακίνηση
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
λατάριμαν (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια