Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ματώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ματώνω Προφορά: ματώνω
  1. ματώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) κλαίει πολύ
    2) θολό, πλημμυρισμένο

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη αἱματῶ

    Παραδείγματα:
    1) Σον ποταμόν να σύρ’ ατο (την αρωθυμίαν) τα ποτάμια ματώνει. (ματώνω)
    2) Κλαίει και ματούται. (κλαίει πολύ)
    3) Είδα έναν ποτάμ’ θολόν και ματωμένον. (θολό, πλημμυρισμένο)

  2. αιματώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή :
    ματούμαι

    Ερμηνεία Παθητικής φωνής :
    1) αιματώνομαι
    2) βγάζω αίμα

Παρατηρήσεις - Σχόλια