Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μεθή (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μεθή
Προφορά: μεθή
η ιδιάζουσα πνευματική κατάσταση λόγω πόσης οινοπνευματώδους ποτού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
μέθυσμαν (το)
Ιδιωματική Εκδοχή
μεθυσία (η)
Παρατηρήσεις - Σχόλια