Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μέγκλα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μέγκλα Προφορά: μέγκλα
  1. πέος το γεννητικό μόριο ζώου ή ανδρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Πρέλευση:
    λατινική, από την λατινική λέξη mencla – mentula – ae = πέος

  2. γεννητικό μόριου ζώου και μεταφορικά του άνδρα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια