Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μαστοριακός (ο)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: μαστορα̤κός
Προφορά: μαστορεακός
ωραίος
ο καμωμένος με δεξιοτεχνία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
τεχνίτκον (ο)
μαστορλίδικος (ο)
Ιδιωματική Εκδοχή
μαστορακόν (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια