Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πετροβίτζα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πετροβίτζα Προφορά: πετροβίτζα
  1. η πέτρα που τοποθετείται στις σανίδες της στέγης για στερέωση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια