Προέλευση: από τα συνθετικά ούρ + τρομάζω
Ιδίωμα: Οινόης
Παράδειγμα: Τ’ αλόγατα μουνα όρκεψανε κι άλλ’ έμπρον ’κ’ επάηνανε.
Ενεστώτας: ορκεύω Παρατατικός: όρκευα / ώρκευα Μέλλοντας: θα ορκεύω Αόριστος: ώρκεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.