Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαλάγγα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λαλάγγα Προφορά: λαλάγγα
  1. πρόχειρα παρασκευασμένο ψωμί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. τηγανίτες είδος λαγάνας στο τηγάνι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Πληθυντικός:
    λαλάγγας (τα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια