λαζουδένιος (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. λαζουδένιος , 2. λαζουδένο̤ς
Προφορά: 1. λαζουδένιος , 2. λαζουδένεος
-
ο προερχόμενος από καλαμπόκι, παρασκευασμένος από καλαμποκίσιο αλεύρι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης