Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαδώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λαδώνω Προφορά: λαδώνω
  1. δωροδοκώ, εξαγοράζω αλείφω με λάδι, αλείφω με άγιο μύρο το βρέφος που βαφτίστηκε Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια